Arrows blue.png Δείτε επίσης: ἐγχειρῶ

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εγχειρώ < αρχαία ελληνική ἐγχειρέω / ἐγχειρῶ < ἐν + χείρ

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /εn.çi.ˈɾɔ/

  ΡήμαΕπεξεργασία

εγχειρώ (παθητική φωνή: εγχειρούμαι)

  1. (λόγιο) (ιατρική) εγχειρίζω
  2. (λόγιο) εκκινώ εγχείρημα - δράση, επιχειρώ

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία