Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός
ονομαστική αγαθοεργός αγαθοεργή αγαθοεργό
γενική αγαθοεργού αγαθοεργής αγαθοεργού
αιτιατική αγαθοεργό αγαθοεργή αγαθοεργό
κλητική αγαθοεργέ αγαθοεργή αγαθοεργό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αγαθοεργοί αγαθοεργές αγαθοεργά
γενική αγαθοεργών αγαθοεργών αγαθοεργών
αιτιατική αγαθοεργούς αγαθοεργές αγαθοεργά
κλητική αγαθοεργοί αγαθοεργές αγαθοεργά


  Ετυμολογία Επεξεργασία

αγαθοεργός < αγαθός(καλός) + έργο

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αγαθοεργός

  1. που κάνει καλές πράξεις, φιλάνθρωπος.
  2. που αναφέρεται στην αγαθοεργία.
    η αγαθοεργή δράση του σωματείου μας.

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία