Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο συνημμένος η συνημμένη το συνημμένο
      γενική του συνημμένου της συνημμένης του συνημμένου
    αιτιατική τον συνημμένο τη συνημμένη το συνημμένο
     κλητική συνημμένε συνημμένη συνημμένο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι συνημμένοι οι συνημμένες τα συνημμένα
      γενική των συνημμένων των συνημμένων των συνημμένων
    αιτιατική τους συνημμένους τις συνημμένες τα συνημμένα
     κλητική συνημμένοι συνημμένες συνημμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συνημμένος < ελληνιστική κοινή συνημμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος συνάπτω < σύν + ἅπτω
  1. < (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική ci-joint
  2. < (μεταφραστικό δάνειο) νεολατινική coniunctus

  ΜετοχήΕπεξεργασία

συνημμένος, -η, -ο

  1. που (επι)συνάπτεται μαζί με κάτι άλλο, που υποβάλλεται ή στέλνεται μαζί
     συνώνυμα: ενωμένος, προσαρτημένος, προσκολλημένος
  2. (γραμματική) που είναι στην ίδια πτώση με το υποκείμενο (ή βασικό όρο της πρότασης) και συνδέεται μ’ αυτό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία