Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

στέλνω < μεσαιωνική ελληνική στέλνω < αρχαία ελληνική στέλλω < πρωτοελληνική *stéľľō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *stel- (θέτω, βάζω)

  ΡήμαΕπεξεργασία

στέλνω (παθητική φωνή: στέλνομαι)

  1. ενεργώ ώστε να μεταφερθεί σε κάποιο πρόσωπο ή τόπο ένα πράγμα
  2. ενεργώ ώστε να πάει κάποιος σ’ ένα μέρος
  3. (λαϊκότροπο) καταπλήσσω
  4. (λαϊκότροπο) οδηγώ σε θάνατο

Εναλλακτικές μορφέςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

{{el-κλίσ-'δένω'|στέλν|στελν|στείλ|στειλ

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία