Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ξαποστέλνω < ελληνιστική κοινή ἐξαποστέλλω

  ΡήμαΕπεξεργασία

ξαποστέλνω

  1. απαλλάσσομαι από κάποια δυσάρεστη παρουσία αλλά με όχι ιδιαίτερα διακριτικό τρόπο
  2. (λαϊκότροπο) αποπέμπω, διώχνω με άσχημο τρόπο τον ερωτικό μου σύντροφο ή τον/την σύζυγο
  3. (λαϊκότροπο) απολύω

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία