Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η σούπα οι σούπες
      γενική της σούπας των (σουπών)
    αιτιατική τη σούπα τις σούπες
     κλητική σούπα σούπες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σούπα < (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική soupe

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈsu.pa/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

 
ένα πιάτο σούπα

σούπα θηλυκό

  1. ρευστό ή παχύρευστο φαγητό που παρασκευάζεται από ζωμό κρέατος, πουλερικού, ψαριού ή λαχανικών που έχουν βράσει. Σερβίρεται σε βαθιά πιάτα και τρώγεται με κουτάλι
  2. (καθομιλουμένη) κάθε τροφή που ρευστοποιείται
    χτύπησε τόσο το γιαούρτι, που έγινε σούπα στο τέλος
  3. (μεταφορικά) καθετί που είναι χαλαρό, ανιαρό και χωρίς συνοχή
    η ταινία ήταν σούπα
  4. (αργκό) γλίστρημα και σώριασμα
    εκεί που περπατούσε, έφαγε μια σούπα από κάτι που πάτησε

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία