Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική κόσμιος κόσμια κόσμιο
γενική κόσμιου κόσμιας κόσμιου
αιτιατική κόσμιο κόσμια κόσμιο
κλητική κόσμιε κόσμια κόσμιο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική κόσμιοι κόσμιες κόσμια
γενική κόσμιων κόσμιων κόσμιων
αιτιατική κόσμιους κόσμιες κόσμια
κλητική κόσμιοι κόσμιες κόσμια

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κόσμιος < αρχαία ελληνική κόσμιος

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈko.zmi.os/ αρσενικό
ΔΦΑ : /ˈko.zmi.a/ θηλυκό
ΔΦΑ : /ˈko.zmi.o/ ουδέτερο

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

κόσμιος, -α, -ο

  1. που συμφωνεί με τους κανόνες καλής συμπεριφοράς και με την κοινωνική ηθική
     συνώνυμα: ευπρεπής
  2. κοσμία: χαρακτηρισμός της διαγωγής ενός μαθητή που έχει ελεγχθεί πειθαρχικά κατ' επανάληψη

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

κόσμιος

  1. κανονικός, χωρίς ψεγάδια
  2. αγνός

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία