Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μολύβι μολύβια
γενική μολυβιού μολυβιών
αιτιατική μολύβι μολύβια
κλητική μολύβι μολύβια

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μολύβι < Από το μόλυβδος.
 
μαύρο μολύβι (3)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μολύβι ουδέτερο

  1. κοινή ονομασία του μόλυβδου, ένα από τα απλά στοιχεία της φύσης. Σύμβολο: Pb.
  2. (συνεκδοχικά) Τα σκάγια ενός ντουφεκιού, αποτελούμενα από μόλυβδο.
  3. αντικείμενο που χρησιμεύει στη γραφή, αποτελούμενο από μια στήλη γραφίτη περιβαλλόμενη από ξύλο.
  4. (συνεκδοχικά) η ζωγραφιά, το σκίτσο που είναι κατασκευασμένο με μολύβι (3)
  5. (μεταφορικά) πολύ βαρύ αντικείμενο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

Μεταφράσεις που πρέπει να καταταγούν ανάλογα με την έννοιά τους: