Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

μολύβια ουδέτερο

  1. μολύβι, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού