Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βόλι < μεσαιωνική ελληνική βόλιον < υποκοριστικό της ελληνιστικής λέξης βόλος (για τα ζάρια και τους βόλους από γυαλί ή τους σβόλους από χώμα) < αρχαία ελληνική βῶλος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

βόλι

  1. το σφαιρίδιο από μολύβι που χρησιμοποιούσαν στα πρώτα πυροβόλα όπλα σαν σφαίρα
  2. (γενικότερα) σφαίρα πυροβόλου όπλου

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία