Δείτε επίσης: Βόλος, βώλος, βῶλος, Βώλος, Βῶλος

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο βόλος οι βόλοι
      γενική του βόλου των βόλων
    αιτιατική τον βόλο τους βόλους
     κλητική βόλε βόλοι
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βόλος < αρχαία ελληνική βῶλος (Υπάρχει ήδη στα ελληνιστικά χρόνια η γραφή βόλος: θύρα, πηλός (=βῶλος) καὶ δίκτυον. Ησύχιος ο Αλεξανδρεύς, Γλώσσαι/Β)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

βόλος αρσενικό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική βόλος βόλω βόλοι
Γενική βόλου βόλοιν βόλων
Δοτική βόλ βόλοιν βόλοις
Αιτιατική βόλον βόλω βόλους
Κλητική βόλε βόλω βόλοι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βόλος < βάλλω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

βόλος αρσενικό

  1. δίχτυ
  2. το ρίξιμο του διχτυού
  3. το θήραμα ή ό,τι έχει πιαστεί με δίχτυ
  4. ζαριά
  5. το πέσιμο των δοντιών και το βγάλσιμο άλλων
  6. (ελληνιστική κοινή) σβώλος
     συνώνυμα: βῶλος