Άνοιγμα κυρίου μενού

Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

crayon < γαλλική crayon

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

crayon (en)

  1. κηρομπογιά



Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

crayon < craie + -on

  ΠροφοράΕπεξεργασία

crayon 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

crayon (fr), πληθυντικός crayons

Un crayon à papier - μολύβι (από γραφίτη).
Des crayons de couleur - μπογιές.

  Δείτε επίσης Επεξεργασία

stylo, feutre, plume, craie