Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο φτηνός η φτηνή το φτηνό
      γενική του φτηνού της φτηνής του φτηνού
    αιτιατική τον φτηνό τη φτηνή το φτηνό
     κλητική φτηνέ φτηνή φτηνό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι φτηνοί οι φτηνές τα φτηνά
      γενική των φτηνών των φτηνών των φτηνών
    αιτιατική τους φτηνούς τις φτηνές τα φτηνά
     κλητική φτηνοί φτηνές φτηνά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φτηνός < μεσαιωνική ελληνική φτηνός < εὐτηνός < ελληνιστική κοινή εὐθηνός (άφθονος, πλούσιος) < αρχαία ελληνική εὐθηνέω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ftiˈnos/

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

φτηνός, -ή, -ό

  1. που έχει χαμηλή τιμή, αξία, χαμηλό κόστος αγοράς, σε σχέση με άλλα ίδια αντικείμενα ή γενικά σε σχέση με το κόστος ζωής
    φτηνό ενοίκιο, ρούχο, ρεύμα
     αντώνυμα: ακριβός
  2. (μεταφορικά) χαμηλής ή κακής ποιότητας, ευτελής, κάτι που απαξιώνει, απαξιωτικό
    Αυτό το ρούχο σε δείχνει φτηνή (αναξιοπρεπή, εύκολη)
    Πολύ φτηνό το επιχείρημά σου/το αστείο σου (ανάξιο, αποτυχημένο, πρόστυχο, χυδαίο)
    φτηνό άρωμα, ρολόι κ.λπ. αντικείμενα, υπηρεσίες που θεωρούνται πολυτελείας
  3. (μεσαιωνική έννοια) γενναιόδωρος
    Ο έρωτας κάνει τον ακριβό, φτηνό : τον κάνει να ξοδεύει, τον κάνει πλουσιοπάροχο (Ερωτόκριτος)

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία