Δείτε επίσης: τεμενάς

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το τέμενος τα τεμένη
      γενική του τεμένους των τεμενών
    αιτιατική το τέμενος τα τεμένη
     κλητική τέμενος τεμένη
Κατηγορία όπως «έδαφος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τέμενος < αρχαία ελληνική τέμενος < τέμνω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τέμενος ουδέτερο Είδος ιερού. Οριοθετημένος, χώρος λατρείας, συνήθως υπό μορφή αλσυλλίου.

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τέμενος < τέμνω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία