Δείτε επίσης: τεμενάς

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το τέμενος τα τεμένη
      γενική του τεμένους των τεμενών
    αιτιατική το τέμενος τα τεμένη
     κλητική τέμενος τεμένη
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τέμενος < αρχαία ελληνική τέμενος < τέμνω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τέμενος ουδέτερο

  1. (θρησκεία) ιερός χώρος, γη ή κτίσμα, που έχει αφιερωθεί σε θρησκευτική λατρεία.
  2. (ισλαμισμός) χώρος προσευχής, τζαμί.

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τέμενος < τέμνω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τέμενος ουδέτερο

  1. χώρος ή μέρος κτίσματος που έχει δοθεί για ιδιαίτερη χρήση, ειδικότερα σε άρχοντες, βασιλείς κλπ.
  2. ναός