Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ανήκω < ἀνα- + ἥκω

  ΡήμαΕπεξεργασία

ανήκω

  1. είμαι μέρος ενός συνόλου
  2. αποτελώ τμήμα της περιουσίας κάποιου


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία