Αγγλικά (en)Επεξεργασία

  ΡήμαΕπεξεργασία

belong (en)

επιλογή κατάλληλων προθέσεωνΕπεξεργασία

  • belong to (sb [somebody] / sth [something]): ανήκω σε (κπ [κάποιον] / κτ [κάτι]), υπάγομαι σε