Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πεταλούδα πεταλούδες
γενική πεταλούδας πεταλούδων
αιτιατική πεταλούδα πεταλούδες
κλητική πεταλούδα πεταλούδες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πεταλούδα < άγνωστης ετυμολογίας, πιθανόν από το πετηλίς, ακρίδα
πεταλούδα < από το αρχαίο ρήμα, Πετάννυμι, από το ἀνά + πετάννυμι < "ἀναπεπταμένην"

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /pɛ.ta.ˈlu.ða/
 
μια πεταλούδα(1)
 
3 πεταλούδες (3)
 
κολύμβηση σε στιλ πεταλούδας (4)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πεταλούδα θηλυκό

  1. (εντομολογία) είδος εντόμου, με τέσσερα μεγάλα πολύχρωμα φτερά
  2. το παπιγιόν ή παπιόν
  3. είδος παξιμαδιού, με δύο "φτερά"
  4. στυλ κολύμβησης στο οποίο οι αθλητές κουνάνε κυκλικά από πίσω προς τα μπρος τα χέρια τους και με κυματισμούς τα πόδια τους

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΣύνθεταΕπεξεργασία

  Δείτε επίσης Επεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία