Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

πεταλούδες θηλυκό

  1. πεταλούδα, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού