Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ακρίδα οι ακρίδες
      γενική της ακρίδας των ακρίδων
    αιτιατική την ακρίδα τις ακρίδες
     κλητική ακρίδα ακρίδες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ακρίδα < αρχαία ελληνική ἀκρίς

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ακρίδα θηλυκό

  1. (εντομολογία) είδος κίτρινου ή πράσινου χορτοφάγου εντόμου με μεγάλα πίσω πόδια που του επιτρέπουν να πηδάει σε μεγάλη απόσταση

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • πέσανε σαν τις ακρίδες: όρμησαν και τα έφαγαν όλα

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία