Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η μελιτζάνα οι μελιτζάνες
      γενική της μελιτζάνας των (μελιτζανών)
    αιτιατική τη μελιτζάνα τις μελιτζάνες
     κλητική μελιτζάνα μελιτζάνες
Η γεν. πληθ. είναι δύσχρηστη.
Μερικοί ομιλητές χρησιμοποιούν τον τύπο μελιτζάνων
όπως «νότα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
 
μια μελιτζάνα (#2)

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μελιτζάνα < ιταλική melanzana < ισπανική berenjena < αραβική باذنجان (baadhinjaan) < περσική بادنگان (bâdengân)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /mɛ.li.ˈʣa.na/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μελιτζάνα θηλυκό

  1. (Solanum melongena) ποώδες πολυετές φυτό με τρυφερό βλαστό, το οποίο καλλιεργείται για τον εδώδιμο καρπό του
  2. (λαχανικό) ο εδώδιμος καρπός του παραπάνω φυτού. Έχει χρώμα μοβ, βαθύ μοβ, μοβ με άσπρες γραμμές αλλά και βαθύ γαλάζιο, κόκκινο, λευκό ή και κιτρινωπό και σχήμα ωοειδές, κυλινδρικό ή σφαιρικό σε ποικίλα μεγέθη ανάλογα. Ο καρπός δεν τρώγεται ωμός, αλλά ψητός, τηγανιτός, βραστός, σαλάτα και στο ξύδι (τουρσί) και χρησιμοποιείται ως βασικό συστατικό σε πολλά λαδερά φαγητά (μουσακάς, ιμάμ μπαϊλντί, μπριάμ, παπουτσάκια κ.λπ.)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

ΥπώνυμαΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία