Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το μελιτζανάκι τα μελιτζανάκια
      γενική
    αιτιατική το μελιτζανάκι τα μελιτζανάκια
     κλητική μελιτζανάκι μελιτζανάκια
όπως «παιδάκι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μελιτζανάκι < μελιτζάνα + υποκοριστικό επίθημα -άκι

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μελιτζανάκι ουδέτερο

  1. υποκοριστικό του μελιτζάνα
  2. (ειδικότερα) (γαστρονομία) είδος γλυκού του κουταλιού που φτιάχνεται με μελιτζανάκια (συνήθως άγουρα)
  3. (ειδικότερα) (γαστρονομία) είδος τουρσιού που φτιάχνεται με μελιτζανάκια (συνήθως άγουρα)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία