Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο καρχαρίας οι καρχαρίες
      γενική του καρχαρία των καρχαριών
    αιτιατική τον καρχαρία τους καρχαρίες
     κλητική καρχαρία καρχαρίες
όπως «γαλαξίας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

καρχαρίας < αρχαία ελληνική καρχαρίας [1]
για τη μεταφορική σημασία < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική requin

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /kaɾ.xaˈɾi.as/
συλλαβισμός: καρ‐χα‐ρί‐ας

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

 
ένας καρχαρίας

καρχαρίας αρσενικό

  1. (ιχθυολογία) σαρκοβόρο ψάρι που έχει ιδιαίτερες ικανότητες στο κολύμπι εξαιτίας του υδροδυναμικού σώματός του, με αιχμηρά σαγόνια δυνατή ουρά και χαρακτηριστικό πτερύγιο. Αποτελεί υφομοταξία των χονδριχθυών.
  2. (μεταφορικά) ο πλούσιος άνθρωπος που ενδιαφέρεται μόνο για τα προσωπικά του οφέλη, ο άρπαγας

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία