Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το σκυλόψαρο τα σκυλόψαρα
      γενική του σκυλόψαρου των σκυλόψαρων
    αιτιατική το σκυλόψαρο τα σκυλόψαρα
     κλητική σκυλόψαρο σκυλόψαρα
όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σκυλόψαρο < σκυλο- + -ψαρο

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /sci.ˈlɔ.psa.ɾɔ/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

 
ένα σκυλόψαρο

σκυλόψαρο ουδέτερο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία