Ιαπωνικά (ja) Επεξεργασία

  ΜεταγραφήΕπεξεργασία

hai (rōmaji



Ιταλικά (it) Επεξεργασία

  Ρηματικός τύποςΕπεξεργασία

hai (it)

  • δεύτερο ενικό πρόσωπο του ενεστώτα της οριστικής του ρήματος avere
    tu hai un problema: έχεις ένα πρόβλημα



Νορβηγικά (no) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

hai (no)