Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική καθολικός καθολική καθολικό
γενική καθολικού καθολικής καθολικού
αιτιατική καθολικό καθολική καθολικό
κλητική καθολικέ καθολική καθολικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική καθολικοί καθολικές καθολικά
γενική καθολικών καθολικών καθολικών
αιτιατική καθολικούς καθολικές καθολικά
κλητική καθολικοί καθολικές καθολικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

  1. καθολικός < αρχαία ελληνική καθολικός < καθόλου < καθ' όλου
  2. καθολικός < μεσαιωνική ελληνική καθολικός < μεσαιωνική λατινική catholicus < ελληνιστική κοινή καθολικός (αντιδάνειο)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

καθολικός, -ή, -ό

  1. που αναφέρεται σε ή περιλαμβάνει όλα τα μέλη ενός συνόλου
    η καθολική αντίσταση του λαού απέναντι στον κατακτητή
  2. (θρησκεία) σχετικός με τον καθολικισμό
    η Καθολική Εκκλησία, το καθολικό δόγμα
     συνώνυμα: ρωμαιοκαθολικός, για Άραβες και Έλληνες: φραγκολεβαντίνος
  3. (πληροφορική) βλ. καθολική μεταβλητή

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

καθολικός αρσενικό

  1. ο πιστός του καθολικισμού