Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η βροντή οι βροντές
      γενική της βροντής των βροντών
    αιτιατική τη βροντή τις βροντές
     κλητική βροντή βροντές
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βροντή < αρχαία ελληνική βροντή < βρέμω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /vɾɔnˈdi/
συλλαβισμός: βρο‐ντή

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

βροντή θηλυκό

  1. (μετεωρολογία) δυνατός κι εξακολουθητικός κρότος που ακούγεται μετά από την εμφάνιση μιας αστραπής
    Βροντές μακρινές ακούστηκαν• μύρισε ο αγέρας βροχή. (Νίκος Καζαντζάκης, Ο φτωχούλης του Θεού)
  2. οποιοσδήποτε δυνατός κρότος ή θόρυβος

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία