Γερμανικά (de) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική der Donner die Donner
γενική des Donners der Donner
δοτική dem Donner den Donnern
αιτιατική den Donner die Donner

Donner (de) αρσενικό