Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το μπουμπουνητό τα μπουμπουνητά
      γενική του μπουμπουνητού των μπουμπουνητών
    αιτιατική το μπουμπουνητό τα μπουμπουνητά
     κλητική μπουμπουνητό μπουμπουνητά
όπως «βουνό» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μπουμπουνητό < μπουμπουνίζω + -ητό < (ηχομιμητική λέξη)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /bu.bu.ni.ˈtɔ/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μπουμπουνητό ουδέτερο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία