Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

-ίλα < λατινική -ile (λατινικό μετουσιαστικό επίθημα < -ilis), που δήλωνε τόπο ζώων (equile=στάβλος αλόγων, bovile=βουστάσιο)

  ΕπίθημαΕπεξεργασία

-ίλα θηλυκό

  1. παραγωγική κατάληξη θηλυκών ουσιαστικών που εκφράζουν...
  2. ...χωρίς κατηγορία
    ανατριχίλα, ασπρίλα, γκαρίλα, δρωτσίλα, σπαρίλα

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  • στα παρακάτω ουσιαστικά, το -ίλα δεν είναι κατάληξη αλλά αποτελεί μέρος της λέξης
βίλα, καμαρίλα, μαντίλα, μπιμπίλα, μπιρμπίλα, νίλα, ξεφτίλα, πιπίλα, πιτσίλα, σκασίλα, τεκίλα, τροχοβίλα, τσαντίλα, τσατίλα