Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η νίλα οι νίλες
      γενική της νίλας
    αιτιατική τη νίλα τις νίλες
     κλητική νίλα νίλες
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

νίλα < λατινική nila, πληθυντικός του nilum < nihilum < ne- +‎ hilum (ασήμαντο, τιποτένιο)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

νίλα θηλυκό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία