Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η βαρβατίλα οι βαρβατίλες
      γενική της βαρβατίλας
    αιτιατική τη βαρβατίλα τις βαρβατίλες
     κλητική βαρβατίλα βαρβατίλες
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βαρβατίλα < βαρβάτος + -ίλα < ελληνιστική κοινή βαρβᾶτος < λατινική barbatus < barba < *farba < πρωτοϊταλικά *farβā < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *bʰardʰeh₂ (γένι)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

βαρβατίλα θηλυκό

  1. η δυσοσμία αρσενικών ζώων την εποχή του ζευγαρώματος
  2. (για άνδρες) η κακοσμία που προέρχεται από την απλυσιά
  3. (μεταφορικά) η προσπάθεια επίδειξης ανδρισμού

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία