Δείτε επίσης: Μήλος

Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το μήλο τα μήλα
      γενική του μήλου των μήλων
    αιτιατική το μήλο τα μήλα
     κλητική μήλο μήλα
Κατηγορία όπως «πεύκο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
 
Μερικές ποικιλίες μήλων

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μήλο < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική μῆλον (στον Όμηρο, καρπός, πρόβατο)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈmi.lo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: μή‐λο
ομόηχο: μύλο

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μήλο ουδέτερο

  1. (φρούτο) ο εδώδιμος καρπός της μηλιάς (μηλέας)
  2. (στον πληθυντικό) τα μήλα του προσώπου: τα ζυγωματικά, το άνω τμήμα των παρειών
  3. (στον πληθυντικό) → δείτε τη λέξη μήλα (παιδικό παιχνίδι με μπάλα)

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία