Δείτε επίσης: Μῆλος

Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τὸ μῆλον τὰ μῆλ
      γενική τοῦ μήλου τῶν μήλων
      δοτική τῷ μήλ τοῖς μήλοις
    αιτιατική τὸ μῆλον τὰ μῆλ
     κλητική ! μῆλον μῆλ
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  μήλω
γεν-δοτ τοῖν  μήλοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'τέκνον' όπως «στοιχεῖον» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία 1Επεξεργασία

μῆλον < προελληνικής προέλευσης, αβέβαιο

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μῆλον ουδέτερο

  1. (φρούτο) το μήλο
    και στην καθαρεύουσα
  2. (μεταφορικά) το γυναικείο στήθος
  3. (ανθρώπινο σώμα) οι παρειές, τα μάγουλα

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

  Ετυμολογία 2Επεξεργασία

μῆλον < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *meh₁l-[1] (μοσχαράκι, μικρό ζώου)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μῆλον ουδέτερο

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. Beekes, Robert (Μπέκες, Ρόμπερτ) (2010). Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. 

  ΠηγέςΕπεξεργασία