Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το κοπάδι τα κοπάδια
      γενική του κοπαδιού των κοπαδιών
    αιτιατική το κοπάδι τα κοπάδια
     κλητική κοπάδι κοπάδια
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κοπάδι < μεσαιωνική ελληνική κοπάδιν < ελληνιστική κοινή κοπάδιον < αρχαία ελληνική κοπή (< κόπτω) + κατάληξη υποκοριστικού -άδιον

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κοπάδι ουδέτερο

  1. το πλήθος, η συγκέντρωση πολλών ζώων μαζί
  2. το σύνολο αιγοπροβάτων
  3. (για ανθρ.) το μπουλούκι, το άτακτα τοποθετημένο πλήθος

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • αρνί που φύγει απ' το κοπάδι ή έξω από το μαντρί, το τρώει ο λύκος (παρ.)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία