Ελληνικά (el) Επεξεργασία

→ λείπει η κλίση

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μηλοφόρος < (λόγιο) αρχαία ελληνική μηλοφόρος. Συγχρονικά αναλύεται σε μήλο + -φόρος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

μηλοφόρος, -ος, -ον (αρχαιοπρεπές)

  1. αυτός που φέρει / κρατά μήλα
  2. (ιστορία) μέλος του περσικού στρατιωτικού σώματος των μηλοφόρων

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

→ λείπει η κλίση

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μηλοφόρος < μῆλ(ον) + -ο- + -φόρος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

μηλοφόρος, -ος, -ον

  1. αυτός που φέρει / κρατά μήλα
  2. μέλος του στρατιωτικού σώματος των μηλοφόρων (της φρουράς του Πέρση βασιλιά, των οποίων οι λόγχες έφεραν αργυρά ή χρυσά μήλα)
    2ος αιώνας ΚΕ, Πολύαινος, Στρατηγικά, βιβλίο τέταρτο, 24 @books.google
    Πέρσαι μὲν πρῶτοι πεντακόσιοι μηλοφόροι περὶ τὴν σκηνὴν ἐντὸς ἵσταντο

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία