Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το σύνταγμα τα συντάγματα
      γενική του συντάγματος των συνταγμάτων
    αιτιατική το σύνταγμα τα συντάγματα
     κλητική σύνταγμα συντάγματα
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σύνταγμα < αρχαία ελληνική σύνταγμα

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈsiⁿ.da.ɣma/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σύνταγμα ουδέτερο

  1. ο θεμελιώδης νόμος μιας δημοκρατικής πολιτείας
    η βουλή θα ψηφίσει την αναθεώρηση του συντάγματος
  2. μονάδα του στρατού ξηράς, μεγαλύτερη από το τάγμα, που αριθμεί περί τους 1.000 άνδρες
    ο διοικητής του 9ου Συντάγματος επιθεώρησε τους νεοσύλλεκτους

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυικός Πληθυντικός
Ονομαστική σύνταγμα συντάγματε συντάγματα
Γενική συντάγματος συνταγμάτοιν συνταγμάτων
Δοτική συντάγματι συνταγμάτοιν συντάγμασι
Αιτιατική σύνταγμα συντάγματε συντάγματα
Κλητική σύνταγμα συντάγματε συντάγματα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σύνταγμα < συντάσσω < σύν + τάσσω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σύνταγμα ουδέτερο

  1. ο τρόπος οργάνωσης μιας πόλης-κράτους
    Τὸ μὲν οὖν σύνταγμα τῆς πολιτείας τοιοῦτον ἦν αὐτοῖς (Ισοκρ. Αρεοπ. 28.1-2)