Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το μνημείο τα μνημεία
      γενική του μνημείου των μνημείων
    αιτιατική το μνημείο τα μνημεία
     κλητική μνημείο μνημεία
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μνημείο < (λόγιο) αρχαία ελληνική μνημεῖον (κάτι σε ανάμνηση, κυρίως νεκρού), (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική monument[1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /mniˈmi.ɔ/
 
το χορηγικό μνημείο του Λυσικράτη

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μνημείο ουδέτερο

  1. το γλυπτό, η στήλη, η αρχιτεκτονική κατασκευή που δημιουργείται προς τιμή ενός προσώπου που έχει πεθάνει ή για να θυμίζει κάποιο σημαντικό γεγονός
  2. μεμονωμένο οικοδόμημα ή σύνολο οικοδομημάτων που διασώθηκε από παλιότερη ιστορική περίοδο και θεωρείται σημαντικό από άποψη αρχαιολογική, ιστορική ή αισθητική
    • (γενικότερα) κάθε δείγμα της ανθρώπινης δραστηριότητας από προηγούμενες εποχές που παρουσιάζει ξεχωριστό ενδιαφέρον
  3. αξιόλογο έργο τέχνης ή λόγου, που ξεχωρίζει ανάμεσα στα όμοια ή στα σύγχρονά του κι εντυπωσιάζει
  4. (μεταφορικά) οι πράξεις που ξεχωρίζουν, είτε θετικά είτε αρνητικά
    η δράση του αποτελεί μνημείο δημοκρατικότητας
    αυτό που έκανες είναι μνημείο βλακείας!

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία