Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μνημεῖον < μνῆμα και δωρικός τύπος μνᾶμα < μνάομαι-μνῶμαι

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μνημεῖον ουδέτερο και ιωνικός τύπος μνημήιον

  1. το αναμνηστικό, εκείνο που ανακαλεί στη μνήμη κάτι, ενθύμιο
  2. μνημείο
  3. τάφος
  4. τεφροδόχος

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία