Δείτε επίσης: Διδάσκαλος

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο διδάσκαλος οι διδάσκαλοι
      γενική του διδασκάλου
& διδάσκαλου
των διδασκάλων
    αιτιατική τον διδάσκαλο τους διδασκάλους
& διδάσκαλους
     κλητική διδάσκαλε διδάσκαλοι
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

διδάσκαλος < (λόγιο) αρχαία ελληνική διδάσκαλος. Δείτε και δάσκαλος

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ðiˈða.ska.lɔs/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

διδάσκαλος αρσενικό (λόγιο), θηλυκό διδασκάλισσα

  1. δάσκαλος
  2. (γενικότερα) δάσκαλος ή λόγιος μεγάλου κύρους
    οι διδάσκαλοι του Γένους

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Αντίστροφο λεξικό του Βικιλεξικού:
Πατώντας εδώ θα δείτε όλες τις λέξεις του Βικιλεξικού που καταλήγουν σε «-διδασκαλος» όπως

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία


Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική διδάσκαλος διδασκάλω διδάσκαλοι
Γενική διδασκάλου διδασκάλοιν διδασκάλων
Δοτική διδασκάλ διδασκάλοιν διδασκάλοις
Αιτιατική διδάσκαλον διδασκάλω διδασκάλους
Κλητική διδάσκαλε διδασκάλω διδάσκαλοι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

διδάσκαλος < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

διδάσκαλος αρσενικό (σπανίως και θηλυκό)

  • δάσκαλος, διδάσκαλος
    ※  4ος αιώνας πΚΕ Θουκυδίδης (c.460‑c.399 πΚΕ), Ἱστορίαι, 3.82.2 @greek‑language.gr Μετάφραση: Άγγελος Βλάχος
    ὁ δὲ πόλεμος ὑφελὼν τὴν εὐπορίαν τοῦ καθ᾽ ἡμέραν βίαιος διδάσκαλος καὶ πρὸς τὰ παρόντα τὰς ὀργὰς τῶν πολλῶν ὁμοιοῖ.
    Αλλ᾽ όταν έρθει ο πόλεμος που φέρνει στους ανθρώπους την καθημερινή στέρηση, γίνεται δάσκαλος της βίας κι ερεθίζει τα πνεύματα του πλήθους σύμφωνα με τις καταστάσεις που δημιουργεί.
    ※  70-110 ΚΕ Κατὰ Ματθαῖον Εὐανγέλιον, η', 19
    καὶ προσελθὼν εἷς γραμματεὺς εἶπεν αὐτῷ, Διδάσκαλε, ἀκολουθήσω σοι ὅπου ἐὰν ἀπέρχῃ

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία