Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η διδαχή οι διδαχές
      γενική της διδαχής των διδαχών
    αιτιατική τη διδαχή τις διδαχές
     κλητική διδαχή διδαχές
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

διδαχή < αρχαία ελληνική διδαχή < διδάσκω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

διδαχή θηλυκό

  1. διδασκαλία με ηθικό ή θρησκευτικό περιεχόμενο, παραίνεση, κήρυγμα


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία