Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το σέβας τα σέβη
      γενική
    αιτιατική το σέβας τα σέβη
     κλητική σέβας σέβη
Δείτε και τον πληθυντικό σεβάσματα.
όπως «ελλειπτικά» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σέβας < (διαχρονικό) αρχαία ελληνική σέβας < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *tyegʷ- (αποσύρομαι, οπισθοχωρώ, αφήνω μόνο)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σέβας ουδέτερο

  1. ο σεβασμός (ιδιαίτερα απέναντι σε ανθρώπους μεγαλύτερους σε ηλικία ή με ανώτερη θέση)
  2. (στον πληθυντικό) τα σέβη μου!: τιμητικός χαιρετισμός

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

σέβας ελλειπτικό κατά πτώση

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

ζητούμενο λήμμα

  ΠηγέςΕπεξεργασία