Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

οπισθοχωρώ < όπισθεν + -o- + χωρώ ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική rétrograder)

  ΡήμαΕπεξεργασία

οπισθοχωρώ

  1. κινούμαι προς τα πίσω επειδή δεν μπορώ να αντιμετωπίσω εχθρική επίθεση
      συνώνυμα: υποχωρώ
      αντώνυμα: προελαύνω
  2. (γενικότερα) κινούμαι προς τα πίσω
  3. υπαναχωρώ

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία