Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Κύπρος < αρχαία ελληνική , ίσως προέρχεται από λέξη ανατολικής προέλευσης που σήμαινε "χαλκός", λόγω των πλούσιων μεταλλείων χαλκού του νησιού· Από την αρχαία ελληνική λέξη προήλθε η λατινική cyprium και από αυτήν η αγγλική copper

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Κύπρος θηλυκό

  1. μεγάλο νησί της ανατολικής Μεσογείου
  2. (χώρα) η Κυπριακή Δημοκρατία, το κυπριακό κράτος


Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία