Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική Κυπραίος Κυπραίοι
γενική Κυπραίου Κυπραίων
αιτιατική Κυπραίο Κυπραίους
κλητική Κυπραίε Κυπραίοι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Κυπραίος < Κύπρος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

Κυπραίος

  1. Κύπριος, που κατάγεται από την Κύπρο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία