↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική τα Κύθηρα
      γενική των Κυθήρων
    αιτιατική τα Κύθηρα
     κλητική Κύθηρα
Κατηγορία όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία

επεξεργασία
Κύθηρα < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική Κύθηρα

  Προφορά

επεξεργασία
ΔΦΑ : /ˈci.θi.ɾa/
τυπογραφικός συλλαβισμός: Κύ‐θη‐ρα

  Κύριο όνομα

επεξεργασία
 
Δορυφορική φωτογραφία των Κυθήρων

Κύθηρα ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό

  1. νησί της Ελλάδας, νότια της Πελοποννήσου, μεταξύ της Λακωνίας και της Κρήτης. Ανήκει ιστορικά στα Ιόνια νησιά (Επτάνησα)· κατά την ενετοκρατία ονομάστηκε Cerigo (Τσιρίγο).
  2. οικισμός της Ελλάδας, πρωτεύουσα του παραπάνω νησιού
  3. (μεταφορικά) φανταστική τοποθεσία με βουκολική και ερωτική ατμόσφαιρα
    ※  Τα Κύθηρα ποτέ δε θα τα βρούμε, / το χάσαμε το πλοίο της γραμμής / Στα κύματα του Αιγαίου θα χαθούμε, / δυο κύματα που σβήσανε κι εμείς. (Τα Κύθηρα ποτέ δεν θα τα βρούμε, στίχοι: Ηλίας Λυμπερόπουλος, μουσική: Γιώργος Κατσαρός, εκτέλεση: Δημήτρης Μητροπάνος, 1973)

Ταυτόσημο

επεξεργασία

Συγγενικά

επεξεργασία

Δείτε επίσης

επεξεργασία

  Μεταφράσεις

επεξεργασία



↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική τὰ Κύθηρ
      γενική τῶν Κυθήρων
      δοτική τοῖς Κυθήροις
    αιτιατική τὰ Κύθηρ
     κλητική ! Κύθηρ
2η κλίση, Κατηγορία 'πρόσωπον' όπως «πρόσωπον» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία

επεξεργασία
Κύθηρα < τοπωνύμιο προέλευσης από την προελληνική [1] [2]

  Κύριο όνομα

επεξεργασία

Κύθηρα ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό

Παράγωγα

επεξεργασία

παράγωγα και σύνθετα:

Απόγονοι

επεξεργασία

Κύθηρα (αρχαία ελληνικά)

νέα ελληνικά: Κύθηρα
λατινικά: Cythēra
αγγλικά: Kythira / Cythera
γαλλικά: Cythère (θηλυκό)

Κυθηρία (αρχαία ελληνικά) [3]

μεσαιωνικά ελληνικά: Κυθουρία (θηλυκό) (Χρειάζεται τεκμηρίωση…)
λατινικά: Cythericum > Cethericum > Cedrigum
ιταλικά: Cerigo [4]
νέα ελληνικά: Τσερίγο, Τσιρίγο

  Αναφορές

επεξεργασία
  1. Εισαγωγή - Pre-Greek loanwords in Greek, (Survey of suffixes - The material) σελ. xxxvii (37) - Beekes, Robert S. P. (2010) Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. Τόμοι 1‑2.
    ※  51. -ηρ: σπίνθηρ; Αἰγλάηρ? TN[τοπωνύμια] Ποθηρεύς; (Crete), Κύθηρα.
  2. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.  (Αʹ έκδοση: 1998)
  3. s.v. Τσερίγο - Ανδριώτης, Νικόλαος Παντελής (1983) Ετυμολογικό λεξικό της κοινής νεοελληνικής. Θεσσαλονίκη: Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών (Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη). ISBN 960‑231‑036‑7. Έκδοση 3η, φωτοτυπική με διορθώσεις και προσθήκες του συγγραφέα. (1η έκδ:1951, 2η έκδ:1967)
    ΣτΕ: δείτε και Cythereius@ΛΟΓΕΙΟΝ
  4. s.v. citerea αναζήτηση: Κύθηρα - Vocabolario Treccani online, Istituto della Enciclopedia Italiana (Istituto Treccani).