Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φλεγμονή φλεγμονές
γενική φλεγμονής φλεγμονών
αιτιατική φλεγμονή φλεγμονές
κλητική φλεγμονή φλεγμονές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φλεγμονή < αρχαία ελληνική φλεγμονή (οίδημα, πρήξιμο, φλόγωση, οργή) < φλέγμα

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /flɛ.ɣmɔ.ˈni/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

φλεγμονή θηλυκό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία