Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μάντης μάντεις
γενική μάντη μάντεων
αιτιατική μάντη μάντεις
κλητική μάντη μάντεις

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μάντης < αρχαία ελληνική μάντις

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μάντης αρσενικό, μάντισσα θηλυκό

  1. στην αρχαιότητα, πρόσωπο με ιερή ιδιότητα που ερμήνευε τα σημάδια που πίστευαν ότι έστελναν οι θεοί και έδινε χρησμούς
  2. (κυπριακή διάλεκτος) (σκωπτικά) άτομο που κατάγεται από την πόλη της Λάρνακας

  ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • μάντης είσαι;: ειρωνική φράση που λέγεται όταν κάποιος βρίσκει την απάντηση σε κάτι το προφανές

  ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία