Δείτε επίσης: μάντις, Μάντης

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο μάντης* οι μάντεις
      γενική του μάντη των μάντεων
    αιτιατική τον μάντη τους μάντεις
     κλητική μάντη μάντεις
* Και θηλυκό «η μάντις» από τα αρχαία με πληθυντικό «οι μάντιδες».
όπως «αρχαιόκλιτα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μάντης < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μάντης < αρχαία ελληνική μάντις

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈman.dis/
τυπογραφικός συλλαβισμός: μά‐ντης

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μάντης αρσενικό (θηλυκό μάντισσα)

  1. (στην αρχαιότητα) πρόσωπο με ιερή ιδιότητα που ερμήνευε τα σημάδια που πίστευαν ότι έστελναν οι θεοί και έδινε χρησμούς
  2. (κυπριακά: σκωπτικό) άτομο που κατάγεται από την πόλη της Λάρνακας (Χρειάζεται τεκμηρίωση…)

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • μάντης είσαι;: ειρωνική φράση που λέγεται όταν κάποιος βρίσκει την απάντηση σε κάτι το προφανές

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

 ετυμολογικό πεδίο 
μαντ- 

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μάντης < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική μάντ(ις) με μεταπλασμό + -ης

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μάντης αρσενικό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

 ετυμολογικό πεδίο 
μαντ- 

  ΠηγέςΕπεξεργασία