Ελληνικά (el) Επεξεργασία

 
Μάντις (αλογάκι της Παναγίας) που ζευγαρώνει, το θηλυκό είναι το πράσινο

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μάντις < αρχαία ελληνική μάντις

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μάντις αρσενικό ή θηλυκό (γενική: μάντεως)

  1. άλλη γραφή του μάντη, εκείνος που μαντεύει τι συμβαίνει αυτή τη στιγμή κάπου αλλού και τι δυνάμεις επηρεάζουν μια κατάσταση, εκείνος που προφητεύει τι θα συμβεί στο μέλλον, προλέγει
  2. γένος ορθόπτερων εντόμων της υποοικογένειας των Μαντιδών της οικογένειας των Μαντωδών, με πιο γνωστό στην Ελλάδα το αλογάκι της Παναγίας (mantis religiosa)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μάντις < μαίνομαι (Chantraine) ή από υποθετικό τύπο *μάτις, συγγενικό με το λατινικό mens και το αρχαίο ινδικό mátih (Ηofmann)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μάντις

  1. μάντης, προφήτης, χρησμολόγος

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία