Ελληνικά (el) Επεξεργασία

 
Μάντις (αλογάκι της Παναγίας) που ζευγαρώνει, το θηλυκό είναι το πράσινο

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μάντις < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μάντις

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μάντις αρσενικό ή θηλυκό (γενική: μάντεως) (κλιτικοί τύποι από την αρχαία κλίση στο μάντις)

  1. άλλη γραφή του μάντη, εκείνος που μαντεύει τι συμβαίνει αυτή τη στιγμή κάπου αλλού και τι δυνάμεις επηρεάζουν μια κατάσταση, εκείνος που προφητεύει τι θα συμβεί στο μέλλον, προλέγει
  2. γένος ορθόπτερων εντόμων της υποοικογένειας των Μαντιδών της οικογένειας των Μαντωδών, με πιο γνωστό στην Ελλάδα το αλογάκι της Παναγίας (mantis religiosa)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

→ λείπει η κλίση

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μάντις < μαίνομαι [1] ή από υποθετικό τύπο *μάτις, συγγενικό με τη λατινική mens και το αρχαίο ινδικό mátih [2]

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μάντις

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. Chantraine, Pierre (1968) Dictionnaire étymologique de la langue grecque. [Ετυμολογικό λεξικό της αρχαίας ελληνικής] (στα γαλλικά) Παρίσι: Klincksieck
  2. Hofmann, J. B. Ἐτυμολογικόν Λεξικόν τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς. Μτφρ: Αντώνιος Δ. Παπανικολάου. Αθήνα: 1974. (Γερμανικά: Etymologisches Wörterbuch des Griechischen. Munich: R. Oldenbourg, 1949.)

  ΠηγέςΕπεξεργασία