Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

προφητεύω < αρχαία ελληνική προφητεύω < προφήτης

  ΡήμαΕπεξεργασία

προφητεύω

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)


Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία