Ελληνικά (el) Edit

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λεωφόρος λεωφόροι
γενική λεωφόρου λεωφόρων
αιτιατική λεωφόρο λεωφόρους
κλητική λεωφόρε
λεωφόρο*
λεωφόροι

  Ετυμολογία Edit

λεωφόρος, λόγια λέξη < αρχαία ελληνική λεωφόρος

  ΟυσιαστικόEdit

λεωφόρος θηλυκό

  • οδός μεγάλου μήκους και πλάτους, συχνά με πολλές λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση

  ΜεταφράσειςEdit



Αρχαία ελληνικά (grc) Edit

  Ετυμολογία Edit

λεωφόρος < λεώς + φέρω

  ΕπίθετοEdit

λεωφόρος, -ος, -ον

  • αττική και ιωνική μορφή της λέξης λαοφόρος: που μεταφέρει το λαό, που αναφέρεται στη μετακίνηση του λαού
λεωφόρων πυλέων (Ηρόδοτος, 1.187)

  ΟυσιαστικόEdit

λεωφόρος θηλυκό

  1. η λεωφόρος (οδός)
  2. η πόρνη

  ΑναφορέςEdit

  • Henry Liddell - Robert Scott, A Greek English Lexicon, 7th Edition, 1883